φαλαρά

φαλαρός
having a patch of white
neut nom/voc/acc pl
φαλαρά̱ , φαλαρός
having a patch of white
fem nom/voc/acc dual
φαλαρά̱ , φαλαρός
having a patch of white
fem nom/voc sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • φάλαρα — neut nom/voc/acc pl φάλαρον boss neut nom/voc/acc pl φάλᾱρα , φάλαρος having a patch of white neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φάλαρα — Πόλη της αρχαίας θεσσαλικής Φθιώτιδας. Αν και πολλοί την τοποθετούν στη θέση της σημερινής Στυλίδας, οι περισσότεροι διαφωνούν, χωρίς ωστόσο να καθορίζουν την, κατά την αντίληψή τους, τοποθεσία της. * * * τα, ΝΜΑ, και σπάν. ενικ. τ. φάλαρον, τὸ,… …   Dictionary of Greek

  • φαλάρᾳ — φαλά̱ρᾱͅ , φάλαρος having a patch of white fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φάλαρ' — φάλαρα , φάλαρα neut nom/voc/acc pl φάλαρα , φάλαρον boss neut nom/voc/acc pl φάλᾱρα , φάλαρος having a patch of white neut nom/voc/acc pl φάλᾱρε , φάλαρος having a patch of white masc voc sg φάλᾱραι , φάλαρος having a patch of white fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαλαράν — φαλαρά̱ν , φαλαρός having a patch of white fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαλάροις — φάλαρα neut dat pl φάλαρον boss neut dat pl φαλά̱ροις , φάλαρος having a patch of white masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαλάροισιν — φάλαρα neut dat pl (epic ionic aeolic) φάλαρον boss neut dat pl (epic ionic aeolic) φαλά̱ροισιν , φάλαρος having a patch of white masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαλάρων — φάλαρα neut gen pl φάλαρον boss neut gen pl φαλά̱ρων , φάλαρος having a patch of white fem gen pl φαλά̱ρων , φάλαρος having a patch of white masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευφάλαρος — εὐφάλαρος, ον (Α) 1. αυτός που έχει ωραία φάλαρα*, δηλ. κοσμήματα μετάλλινα τής περικεφαλαίας ή τής προμετωπίδας τών αλόγων 2. (κατά τον Ησύχ.) «εὐφάλαρα λαμπρά». [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + φάλαρα] …   Dictionary of Greek

  • κωδωνοφαλαρόπωλος — κωδωνοφαλαρόπωλος, ον (Α) αυτός που έχει κουδούνια στα φάλαρα τού αλόγου. [ΕΤΥΜΟΛ. < κώδων + φάλαρα «τα κοσμήματα που προσδένονται στο μέτωπο ή στα καλύμματα τών γνάθων τών αλόγων μαζί με τα χαλινάρια» + πῶλος «μικρό άλογο, πουλάρι» (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.